Λογοτεχνία -- Τέχνη -- Τυπογραφία -- Ιστορία

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΙΚΟΣ (ΣΠΗΛΙΟΣ) ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΙΚΟΣ (ΣΠΗΛΙΟΣ) ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

15 Απρ 2020

Νίκος (Σπήλιος) Αργυρόπουλος: τρία ποιήματα

































*
τανε πάντα διφορούμενη ἡ στάση τοῦ χρόνου ἀπέναντί μου.
μετά τό πλύσιμο τοῦ ἑαυτοῦ ἀπό πάνω μου στό σκοινί ἔξω ἀπό τό παράθυρο κρεμασμένος καί ἁπλωμένος ἤμουνα.
στήν ἀγωνία πού κρεμόταν μαζί μου ἔξω καί λιαζόταν τά ἀρχικά μου κεντημένα πάνω της ἤτανε.
ὅμως ὅταν σκεφτόταν τήν προϊοῦσα ἀδυναμία τοῦ σώματος ὁ χρόνος ξάφνου μοῦ ἔκανε χατήρια καί μοῦ ἔλεγε νά τοῦ ζητήσω.
κι ἔχω καί τήν ἰδιότητα νά χαίρομαι ὅτι θυμᾶμαι μοῦ τήν ἐγκατέστησε ὅταν μέ ἔβλεπε συννεφιασμένο νά λυπᾶμαι τόν ἑαυτό μου.
δύσθυμα ὅμως ἀνέχομαι αὐτό τό ποίημα δέν ἔχει ἀκόμα παρόν.
τό ὁποῖο καρτερικά περιμένει νά ἀποκτήσει.
ἕνα φύσημα σέ ὀλύμπιο ἀκίνητο ψύχραιμο νερό.

*

παράπονα παράπονα ἔχεις μιά ζωή παράπονα.
εἶναι ἡ αἰτία ἴσως αὐτό πού λείπει.
τό φυσικό τέλος τῆς πνευματικῆς ἀνελευθερίας σάν ὑποχρέωση ἔμεινες νά καρτερᾶς.
κι ἄν γίνω αἴφνης ὀρειβάτης καί φτάσω στήν κορυφή μου κι ἀπό ἐκεῖ ἐπάνω κοιτάξω τί θά δῶ;
χάλια πού μοῦ ἀπονέμουν κουρέλια κάτω στήν κοιλάδα πού ἐκπτύσσεται καί ζητάει μήν πῶ ἀνέχεται ποτάμια δέντρα κ.τ.λ.
μέ τήν ὁριστικότητα μιᾶς πράξης ἤ ἑνός συναισθήματος καί τούς μετέπειτα στιχοποιημένους στόχους τί σχέση νἄχω;
νά μήν σκέφτομαι οὔτε νά θυμᾶμαι μόνο παλιές ἐπιθυμίες πού ἀποδείχτηκαν πενιχρές μᾶλλον πλανημένες.
πραγματικά θά ἔπρεπε νά ἔχω κάποια σχέση μέ ὅλα αὐτά.
ἀκούω κι ἀλλοῦ συννέφιαζα τόν ἀπομυθοποιητικό μου χρόνο.
ὅμως ὑπόσχέσεις μέ εὑρύνουν καί συναντῶ καί τόν ἐναγκαλισμό.
μέ τό ἀπεριόριστο καί τό ἀνεφάρμοστο μέ τόν ἔρωτα.

*

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΩ ΚΑΤΩ
μόνη ὁδηγία πού μοῦ δόθηκε ἀπό μένα
ἤτανε νά μήν ἁπλώνω τόν χρόνο
στό σκοινί νά στεγνώνει
.
ψυχαοιδός. τούς δρόμους πού ἤτανε νά πάρω ἐγώ τούς ἀκολούθησα μουσκίδι ἀπ’ τήν βροχή τῶν συνηθειῶν. μ’ αὐτές τίς λἕξεις μοῦ πόνεσε καί τό πόδι κλωτσοῦσα ἕνα ὅριο
.
μειώνοντας τήν ἀμηχανία στό ἐλάχιστο στό μηδέν νά γυρίζω μετά καί νά καταγράφω θορύβους ἐνῶ ἔβγαιναν ζεστοί ἀπό τόν φοῦρνο μου τούς μοίραζα ἀρτήματα δεξιά κι ἀριστερά
.
ὁ περίλογος αὐτός. ἀλλά τά ποιήματα ἤτανε σάν τούς συντρόφους τοῦ ὀδυσσέα τά ξέκαναν ἕνα ἕνα καθ’ὁδόν τελειώνοντάς τα ἐπέστρεψα μονάχος
.
τό συμπεράσμα τῆς μάσκας πού φοράω τώρα
εἰρωνεύεται τά πάντα πλέον σάν κατάφαση
.
μαστόροι καλαβρυτινοί καί μαρμαροχτιστάδες
αὐτός ὁ κόσμος δέν ἔχει ἄλλη χρήση ἀπό τό νά εἶναι τό πέρασμα πειρατῶν



[Προδημοσίευση από την υπό έκδοση νέα ποιητική συλλογή του Νίκου (Σπήλιου) Αργυρόπουλου με τίτλο Επιστροφή. Απόσταση και στροφές. Μεταίωρα ποιήματα και Στοιχήματα.]



3 Μαΐ 2018

Δύο ποιητικές συλλογές


Νίκος Αργυρόπουλος, [Σπήλιος Αργυρόπουλος], Ποιητιconomics, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 2017.

Μία σπάνια αίσθηση της γλώσσας και της γλωσσικής παράδοσης διαπερνά και σε αυτό το βιβλίο τα ποιήματα του Σπήλιου Αργυρόπουλου. Ο ποιητής πορεύεται μέσα στη γλώσσα, όπως άλλοι σε ένα φυσικό τοπίο. Τα ποιήματα της συλλογής προκαλούν τον αναγνώστη να τα αντιμετωπίσει διαλεκτικά, διερευνώντας την αντήχηση και την απήχησή τους στον εσωτερικό του καθρέφτη. Ακόμη και αν έχουμε συνηθίσει να αναζητούμε στην ποίηση το συγκεκριμένο νόημα ή να την διαβάζουμε μόνο ως περιεχόμενο, θα αντιληφθούμε γρήγορα ότι είναι ποιήματα “ανοιχτής ερμηνείας”, απαγκιστρωμένα ακόμη και από τις προθέσεις του δημιουργού τους, που πάντως δοκιμάζει νέες εκδοχές και δυνατότητες των λέξεων και της γραπτής έκφρασης, οδηγώντας μας σε απροσδιόριστες και ανεξερεύνητες εσχατιές της ελληνικής γλώσσας. Είτε ο αναγνώστης δει σε αυτά τα ποιήματα την κατάργηση των συντακτικών “τειχών” και άλλων ισχυρών δομών της γλώσσας είτε δει νέες ή διαφορετικές ή ανοίκειες δομές και παράξενα γλωσσικά σχήματα και κατασκευές, πιθανότατα, μετά το αρχικό ξάφνιασμα, θα διαισθανθεί την αύρα της ελευθερίας που μεταφέρουν οι λέξεις. Ο ποιητής, υφαίνοντας αφενός με τους δικούς του τρόπους τον λόγο και ξηλώνοντας αφετέρου προηγούμενες υφάνσεις, επιλέγει τελικά να μην μείνει απλώς ένας ακόμη περαστικός, αλλά να κατοικήσει στο γλωσσικό τοπίο που εξερευνά, παρ' όλο που είναι εξαιρετικά αραιοκατοικημένο (και χωρίς γείτονες ή επισκέπτες).

*
Νίκος Μυλόπουλος, Όπως η θάλασσα με το αύριο, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2016.

Η πιο ώριμη, κατά τη γνώμη μου, ποιητική συλλογή του Νίκου Μυλόπουλου (Θεσσαλονίκη), με σαφέστερο σε σύγκριση με τις προηγούμενες συλλογές λόγο, δικής του έμπνευσης εικονοποιία, ενδιαφέρον περιεχόμενο και συνεχή διάλογο με τη μνήμη, συλλογική και προσωπική. Στέκεται κριτικά σε όσα περιγράφει και ορίζει το παρελθόν ως ένα συνονθύλευμα πλαισίων που έχουν καταρρεύσει και εικόνων που έχουν κατακερματιστεί. Τα σπασμένα κομμάτια της καθημερινότητας αποκτούν, μέσα από την έκθεση στις λέξεις και στον λόγο, μία νέα λάμψη και μία ελπίδα να ξαναζήσουν, “δραπετεύοντας από τη λεγεώνα των σκιών” (σ. 29), μέσα σε νέες δομές, που θα λαμβάνουν υπόψη τη φαντασία, την ελευθερία, τα όνειρα και, κυρίως, τη ρομαντική πλευρά του εαυτού μας και τον έρωτα. Ο ποιητής αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως μέλος μίας κοινωνίας, με την οποία πρέπει να προχωρήσει από κοινού, και όχι ως αυτόνομη μονάδα. Για όσους βλέπουν τον κόσμο με αυτήν την οπτική, η μοναξιά είναι αφόρητη, όταν για διάφορους λόγους οι δίαυλοι επικοινωνίας με το περιβάλλον δεν λειτουργούν. Η συλλογική μνήμη και η συλλογική προοπτική, και ταυτόχρονα η απογοήτευση και οι ενοχές για τους αγώνες που δεν βρήκαν δικαίωση, ανοίγουν την πόρτα στον ποιητικό λόγο, ώστε “να λάβουν τα όνειρα εκδίκηση”. Τα ποιήματα του βιβλίου θα μπορούσαν να θεωρηθούν τμήματα ενός ενιαίου εκτενούς ποιήματος ή ενός θεατρικού μονολόγου, όπου εναλλάσσονται διαρκώς η απόγνωση με την ελπίδα.

*
Οι δύο ποιητές των οποίων οι συλλογές συστεγάζονται σε αυτό το κείμενο, δεν έχουν, σε πρώτο επίπεδο, πολλά κοινά μεταξύ τους ως προς τους εκφραστικούς τρόπους και το ποιητικό αποτέλεσμα. Ο Αργυρόπουλος είναι κρυπτικός, εσωστρεφής, συζητά με τον εαυτό του, διερευνά τις κρυφές όψεις των λέξεων και την άγραφη ιστορία τους και η ικανοποίησή του προέρχεται από τη διαρκή αναζήτηση και το ταξίδι. Η ποίησή του μοιάζει εγκεφαλική, αλλά συχνά κατακλύζεται από συναίσθημα. Ο Μυλόπουλος γράφει με εξωστρέφεια, φανερώνει τις σκέψεις του και τις μοιράζεται με ευκολία, κάνοντας τις εμπειρίες και τις αναμνήσεις του στίχους. Ενδιαφέρεται για συγκεκριμένες κατευθύνσεις στο περιεχόμενο της ποίησής του. Τους συνδέει όμως και τους δύο, πέρα από την ιατρική ιδιότητα, η ειλικρινής αγάπη για την ποίηση και η διαρκής επιστροφή στον ποιητικό λόγο, στον οποίο προστρέχουν σαν να επρόκειτο για ναό ή για καταφύγιο.
Διονύσης Στεργιούλας

23 Ιαν 2017

Σπήλιος Αργυρόπουλος - το τρίπτυχο




μφίβολα ατά τά λόγια καί ἀσαφῆ μοῦ φάνηκαν.
δυσκολίες ἀσυμπτώσεις μεταξύ μας ὑπῆρχαν βέβαια ἀλλά δέν δείχναμε νά δίνουμε καί σημασία.
τίς δυστυχίες τίς ἀντιμετωπίζαμε ἅμα συνέβαιναν ὄχι ἀπό πρίν στή σκέψη.

ὁ χῶρος ἔγινε τελικά τό χρῶμα του μήπως πάλι κολλάω σέ δευτερεύοντα καί περιφερειακά;
ὅλα νά διορθωνόντουσαν γι’ἀὐτό πάλι μ’ἀκολουθοῦσες.
οἱ λέξεις ὅμως κουρτίνες μεταξύ μας ἐπίμονα τζάμια με χώριζαν μέ διαφάνεια ἀπό τά πράγματα.

ἀπό αὐτή τή μεριά ἔπιασα τή θάλασσα σάν κουβέρτα τήν τίναξα νά φύγουν τά νερά τί μοὔμεινε στά χέρια;
καί τυχόν ἄρνησή σου θά γινόταν λογοκρισία μου.
οἱ δέ κανόνες μέ ὁδηγοῦσαν στήν ἔξοδο μέ παρακολουθοῦσαν μετά.

ποτίζεται μολαταῦτα συγκίνηση στίς ἐκφράσεις μου καμμιά φορά καί στίς πράξεις.
νά γίνει λοιπόν ποίημα ἡ σχέση ὄχι ἡ στάση μετά τό τέλος τῆς πορείας νά μή μέ προστατεύεις μονάχα ἀπό τί.
ἔχω ἀπορίες.

οἱ αἰτίες θυμήθηκα πάντα δικιολογοῦνται ἀπό τά ἀποτελέσματά τους.
καί ἀνελλιπές τό βάρος τοῦ παρελθόντος μας.
σκοπός τῆς μουσικῆς ἀλήθεια ἦταν πάντα ἡ κατανάλωση ὅσου τό δυνατόν περισσότερου χρόνου πρίν τό τέλος.

μετά ἀπό κάθε πότε τό πάλι τό ποτέ καί πάντοτε τό πάντα.
ὅμως δέν ἔχω ἀκόμη καταφέρει νά σκεφτῶ καί νά διατυπώσω τί μέ ἐνοχλεῖ.
ἀπό ποῦ τά παρακαλετά τῆς αἰώνιότητας φοβόμαστε τίς ἀμφιβολίες ἐτοῦτες ἤ ἐκεῖνες τίς πράξεις ἀναθέσαμε τήν κρίση βέβαιοι ὅτι θά μᾶς ἐγκρίνουν κάποιοι θεοί κρατήσαμε νά ἀκουμπήσουμε τά τυπικά τῆς ἐκκλησίας τους ἂμφια μανουάλια κεριά τέτοια.

κοιτάω τίς συμπεριφορές μου νά δῶ ποιός εἶμαι ὄχι τί ἔχω.
δέν ἀντέχω νά χαζεύω ἔτσι τό χρόνο ἤ νά λέω ὅλο γιά συναισθήματα καί ἄλλα δευτερεύοντα.
ὁ λόγος μας λέει λιγότερα ἐννοώντας περισσότερα.

[προδημοσίευση από την ποιητική συλλογή Ποιητιconomics]