Λογοτεχνία -- Τέχνη -- Τυπογραφία -- Ιστορία

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΡΙΤΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΡΙΤΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2 Μαΐ 2022

Τα συμφραζόμενα συγκροτούν το νόημα

[Ειρήνη Βακαλοπούλου, Τοκάτα, Εκδ. Εκάτη, Αθήνα 2021]

Ένας ιδιαίτερος ψυχισμός αλλά και μια ιδιαίτερη αντίληψη και άποψη για τη γλώσσα και για την ποίηση αποκαλύπτονται στην ολιγοσέλιδη ποιητική συλλογή Τοκάτα τής Ειρήνης Βακαλοπούλου. Σε προηγούμενα ποιήματά της υπήρχαν διάσπαρτα δάκρυα, ενώ εδώ ένα κλάμα, ένα ενιαίο μοιρολόγι, ένα έργο που προκύπτει από τη συνειδητοποίηση της φθοράς και της πολυδιάσπασης που χαρακτηρίζουν και τον κόσμο συνολικά και τον προσωπικό μας κόσμο. Η ποιήτρια ούτε λέγει ούτε κρύπτει, αλλά σημαίνει: «Όψη θανάτου / στη λήξη του θέρους». Δεν υπάρχει κάποιου είδους αναζήτηση, αφού όλα είναι γνωστά, αφού το τέλος έχει ήδη προηγηθεί: «έχω υπάρξει πολλές φορές νεκρός». Στο ένα και μοναδικό ποίημα του βιβλίου όλα τελούν υπό κατάρρευση, μέχρι που έρχεται ο τελευταίος στίχος να ανατρέψει κάθε μελαγχολική ενατένιση της ζωής: «Είμαι ζωντανός». Στην Τοκάτα η έλλειψη κεντρικού εμφανούς νοηματικού πυρήνα και η ποικιλομορφία εικόνων και αναφορών δημιουργούν την εντύπωση ότι τα συμφραζόμενα συγκροτούν το νόημα, ότι το κεντρικό θέμα του ποιήματος προκύπτει από την περιγραφή του πλαισίου. Πρόκειται για ένα ποίημα δύσκολο στην ερμηνεία του, που μπορεί όμως να διαβαστεί και να κατανοηθεί με πολλούς τρόπους. Για όσους αναγνώστες το επιθυμούν, μπορεί να συνεχιστεί η ανάγνωση και έξω από το βιβλίο, στη δική τους ζωή. Ακολουθούν τρία μικρά αποσπάσματα: 


«Το αίμα κάνει πόλεμο

  είναι ποτάμι

  πηγαίνει με τη φορά της συλλαβής

  μα εσύ αντάλλαξες την άγρια ταχύτητα

  μ' αέρα κρύο κι άκαμπτο»

  (σ. 11) 


«Είσαι η ανοιχτή πύλη της χαράς

  κι ένα φύλλωμα απ' τον Παράδεισο.»

  (σ. 13)


 «λυπάμαι για την άπειρη μέρα

   κάθε πρωί πρέπει να της μαθαίνω

   τα ίδια πράγματα

   να μην ξεχάσω να της πω το ένα

   να μην ξεχάσω να της πω το άλλο

   και πως σε άλλη γεωμετρία

   κάθε τι είναι όπως το αφήσαμε.»

   (σ. 15)

Αγνή Αγγελούδη

3 Φεβ 2020

Το «εγώ» ως θύμα του «εμείς»


*
Ευγενία Μακαριάδη, Ψευδάνθρακας και άλλες ιστορίες, Βακχικόν, Αθήνα, 2019.

Πεζά κείμενα μικρής έκτασης με γραφή ρεαλιστική και ίσως σε κάποιες σελίδες με βιωματικό περιεχόμενο. Γραφή που δεν ωραιοποιεί τις περιγραφές. Αφηγήσεις που περιστρέφονται γύρω από συγκεκριμένα κάθε φορά γεγονότα, δημιουργώντας ένα κλίμα εποχής, αλλά όχι και νοσταλγίας. Αστοί, υπάλληλοι, αγρότες, άνθρωποι «της διπλανής πόρτας», πρόσωπα της ζωής και της γραφής που ακολουθούν το πεπρωμένο χωρίς να έχουν τη δύναμη να παρέμβουν δραστικά σε αυτό. Μία θεατρική σκηνή που περιλαμβάνει ασύνδετα επεισόδια που χαράχτηκαν στη μνήμη των αφηγητών. Καθώς αφηγούνται, τα ξαναζούν. Τα χρόνια έχουν περάσει, αλλά τα πρόσωπα και το σκηνικό που συνοδεύει την κάθε ιστορία έχουν αποτυπωθεί μέσα τους με στατικό τρόπο, σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα. Το παρόν μοιάζει να απουσιάζει από το αντιληπτικό πεδίο των αφηγητών, που ζουν «με το ένα πόδι» στο παρελθόν, προσκολλημένοι σε τραύματα που τους είχε επιφέρει και σε εικόνες σκληρές και αληθινές, που έχουν νικήσει τη λήθη. Οι πολλές μικρές ιστορίες που συγκροτούν το βιβλίο εικονίζουν μία κοινωνία που εκτός από τις φωτεινές πλευρές της έχει και τους σκοτεινούς δρόμους και τα κρυμμένα μυστικά της. Το φως με το σκοτάδι βαδίζουν χέρι χέρι και η ζωή προχωρά σε δύο διαφορετικά επίπεδα, μακρινά και κοντινά μεταξύ τους ταυτόχρονα, που θυμίζουν τις δύο όψεις ενός χαρτιού: στην επιφάνεια, όπου όλα είναι ήσυχα, και στην άλλη όψη, όπου τίποτα δεν είναι σταθερό και προβλέψιμο.

*
Μαρία Ντινάκη, Βαλίτσα, εκδόσεις Εντευκτηρίου, Θεσσαλονίκη, 2019.

Η Βαλίτσα της Μαρίας Ντινάκη είναι ένα ολιγοσέλιδο βιβλίο που αποτελείται από αφηγηματικά κείμενα μικρής έκτασης (διηγήματα και ποιήματα). Η αφηγήτρια μιλά για τον εαυτό της και για τη σχέση της με πρόσωπα του άμεσου οικογενειακού ή του ευρύτερου περιβάλλοντός της. Σχολιάζει στάσεις, στερεότυπα και συμπεριφορές τους, άλλοτε με βλέμμα διερευνητικό και άλλοτε με σαρκασμό και υποβόσκουσα ή εμφανή ειρωνεία. Η γραφή είναι αφαιρετική και καταγράφονται μόνο τα απαραίτητα. Ο αναγνώστης θα πρέπει να δει «από μέσα» το κείμενο επιδεικνύοντας συναισθηματική νοημοσύνη, ώστε να έχει πληρέστερη αντίληψη όσων διαδραματίζονται εκεί. Σε πολλές σελίδες του βιβλίου κρύβεται το βλέμμα ενός παιδιού που δεν κατανοεί και αμφισβητεί τα κάθε είδους κοινωνικά στερεότυπα, γνωρίζοντας ωστόσο την ισχύ τους στην κοινωνική ζωή και στον φαντασιακό μας κόσμο. Η παρατήρηση, η κίνηση και η ματιά που διαπερνά την επιφάνεια αντικαθιστούν την πλοκή και τους διαλόγους. Αφηγήματα και ποιήματα που αντιμετωπίζουν τον κόσμο με λογοτεχνικούς όρους και περιγραφές, αλλά στοχεύοντας στην απομυθοποίηση των εσωτερικών δομών που βρίσκονται στη βάση καταστάσεων που θεωρούμε δεδομένες και αυτονόητες. Το εύρος της παρατήρησης σε κάθε κείμενο μπορεί αρχικά να θεωρηθεί μικρό, αλλά στη συνέχεια τα κείμενα δικαιώνονται από την ποιοτική γραφή και από τη γενίκευση που επιτρέπουν στον αναγνώστη να κάνει. Η φιλόλογος-συγγραφέας όχι μόνο δεν κρύβει την επαγγελματική της ιδιότητα, αλλά την προβάλλει σε κάποια σημεία του βιβλίου, όπως συμβαίνει έμμεσα στο μικρό ποίημα που ακολουθεί («Σημεία πήξης»):
Θαύμασα τα θαυμαστικά.
Απόρησα με τα ερωτηματικά.
Κι όταν ήρθε η ώρα,
αποσιώπησα τα αποσιωπητικά.

Αγνή Αγγελούδη 


26 Ιουλ 2019

Συλλογική μνήμη και ατομική μνήμη (τρία λογοτεχνικά βιβλία)



*
Θοδωρής Σαμαράς, Φαιδριάδες – Τροπές του έρωτα, εκδ. Το Ροδακιό, Αθήνα, 2017.

Διαφορετικής υφής και ύφους κείμενα: ποιήματα, πεζά, πεζόμορφα ποιήματα, ποιητικά πεζά, επιστολές, σημειώσεις, που όλα μαζί –παρά τη διαφορετικότητά τους– συγκλίνουν και ταξιδεύουν προς μία ιδεατή «πόλη των ιδεών». Ατελείς έρωτες, τοπία του παρόντος που μιλούν για το παρελθόν, επιβιώσεις του Βυζαντίου, ελληνική ύπαιθρος, ερείπια που σφύζουν από ζωή, αλλά και περίπατοι στη σύγχρονη Αθήνα. Αναφορές στον Σολωμό, τον Παπαδιαμάντη, τον Καβάφη, τον Χαλεπά, τον Πεντζίκη και σε άλλες μορφές των γραμμάτων και της τέχνης. Αναφορές σε ζώα και φυτά της ελληνικής φύσης. Η ιερουργία της γραφής ενοποιεί θραύσματα και σπαράγματα θυμίζοντάς μας το αρχαίο παιχνίδι-έθιμο της αιώρας, στο οποίο αναφέρεται με άλλη αφορμή και ο συγγραφέας: πέρα-δώθε, από το γεγονός στο αποτύπωμά του, από το άγνωστο και μακρινό επέκεινα στον άγνωστο και κοντινό εσωτερικό μας κόσμο. H αφαίρεση κυριαρχεί στο κάθε επιμέρους κείμενο, όχι όμως και στη δομή του βιβλίου συνολικά. Άλλες λέξεις που έρχονται στον νου του αναγνώστη κατά την ανάγνωση του βιβλίου: εστίαση, παρατήρηση, μνήμη, γλώσσα, οπτικές εμμονές, ονόματα, διάκριση, ησυχασμός, εσωτερικός μονόλογος.
*

Ελένη Μαρινάκη, Μετράω ως το δέκα, ποιήματα, εκδ. Μελάνι, Αθήνα, 2018.

Ποιήματα χωρίς στίχους, πεζόμορφα, αλλά γεμάτα με την ποίηση των εικόνων. Η ποιήτρια παρατηρεί γύρω της και μέσα της και φέρνει μπροστά της εικόνες του παρελθόντος, που την είχαν σημαδέψει. Τις ξαναβλέπει με ματιά ουδέτερη, χωρίς να κρίνει, χωρίς να παίρνει θέση. Μένει στην παρατήρηση επιλέγοντας να καταγράψει όσα ο χρόνος φύλαξε μέσα της ως αξιοσημείωτα ενθυμήματα ανθρώπων που έφυγαν και ενός τρόπου ζωής που επανέρχεται μόνο στη μνήμη. Παράξενα πρόσωπα, παράξενα σπίτια, παράξενοι εσωτερικοί χώροι κτηρίων. Θάνατοι χωρίς αιτία και στιγμές που ισοδυναμούν με θάνατο. Οι μνήμες από το σχολείο και από την παιδική ηλικία δεν είναι καθόλου ρομαντικές και δεν τις εξωραΐζει η ποίηση. Περιγραφή σκοτεινών ονείρων, από εκείνα που δεν ξεχνιούνται όταν ξημερώσει. Υπάρχουν ωστόσο και λίγες χαραμάδες αισιοδοξίας ανάμεσα στις λέξεις. Ακριβώς επειδή είναι λίγες, το φως που περνάει από εκεί πολλαπλασιάζεται στη συνέχεια. Ο τίτλος της συλλογής μού έφερε στον νου τούς παρακάτω στίχους από το ποίημα «Ανία» (1932) της Ανθούλας Σταθοπούλου-Βαφοπούλου: «Ως τα δέκα μετρώ στα δάχτυλά μου / και πάλι ξαναρχίζω απ' την αρχή.»
*

Δημήτρης Περοδασκαλάκης, Η Σφίγγα έστειλε email, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2018.

Ο Δημήτρης Περοδασκαλάκης γράφει για πρόσωπα της αρχαίας γραμματολογίας (συγγραφείς και λογοτεχνικούς ήρωες), όπως θα έγραφε για φίλους του, για συγχωριανούς του και για ανθρώπους που τον είχαν εντυπωσιάσει στη διάρκεια της παιδικής του ηλικίας. Ο γραμμικός χρόνος αντικαθίσταται από ένα ενιαίο τοπίο λέξεων, όπου η έννοια «χρόνος» απουσιάζει και όλα εκτυλίσσονται σε ένα διαρκές παρόν. Λογοτεχνικές ηρωίδες και ήρωες, όπως η Μήδεια, ο Οδυσσέας και ο Αχιλλέας, και ποιητές όπως ο Ευριπίδης, ο Αριστοφάνης και ο Όμηρος, έχουν το δικό τους ποίημα, τη δική τους σελίδα στο βιβλίο. Παρατηρεί και καταγράφει με πρωθύστερο, ωστόσο πρωτότυπο και ολοκληρωμένο ποιητικά τρόπο, προβάλλοντας σε αυτά τα πρόσωπα του μύθου και της ιστορίας δικά του ερωτήματα για τον άνθρωπο και προσπαθώντας να εκμαιεύσει τις απαντήσεις, που όμως δεν έρχονται. Το ποίημα στο μεταξύ έχει ολοκληρωθεί. Οι δομές του μύθου και της μεγάλης λογοτεχνίας του παρελθόντος ζουν μέσα στην καθημερινή μας ζωή και εμείς την ίδια στιγμή ζούμε μέσα στον μύθο. Σύμφωνα και με τον Καρλ Γιουγκ οφείλει ο καθένας μας ξεχωριστά «να ανακαλύψει τον μύθο που μέσα του ζει». Θα βρούμε ίσως στο βιβλίο πλάγιες αναφορές στον Σεφέρη και σε άλλους ποιητές, περισσότερο ωστόσο έναν διάλογο που συντελείται στον εσωτερικό κόσμο του δημιουργού. 
Αγνή Αγγελούδη 




3 Μαΐ 2018

Δύο ποιητικές συλλογές


Νίκος Αργυρόπουλος, [Σπήλιος Αργυρόπουλος], Ποιητιconomics, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 2017.

Μία σπάνια αίσθηση της γλώσσας και της γλωσσικής παράδοσης διαπερνά και σε αυτό το βιβλίο τα ποιήματα του Σπήλιου Αργυρόπουλου. Ο ποιητής πορεύεται μέσα στη γλώσσα, όπως άλλοι σε ένα φυσικό τοπίο. Τα ποιήματα της συλλογής προκαλούν τον αναγνώστη να τα αντιμετωπίσει διαλεκτικά, διερευνώντας την αντήχηση και την απήχησή τους στον εσωτερικό του καθρέφτη. Ακόμη και αν έχουμε συνηθίσει να αναζητούμε στην ποίηση το συγκεκριμένο νόημα ή να την διαβάζουμε μόνο ως περιεχόμενο, θα αντιληφθούμε γρήγορα ότι είναι ποιήματα “ανοιχτής ερμηνείας”, απαγκιστρωμένα ακόμη και από τις προθέσεις του δημιουργού τους, που πάντως δοκιμάζει νέες εκδοχές και δυνατότητες των λέξεων και της γραπτής έκφρασης, οδηγώντας μας σε απροσδιόριστες και ανεξερεύνητες εσχατιές της ελληνικής γλώσσας. Είτε ο αναγνώστης δει σε αυτά τα ποιήματα την κατάργηση των συντακτικών “τειχών” και άλλων ισχυρών δομών της γλώσσας είτε δει νέες ή διαφορετικές ή ανοίκειες δομές και παράξενα γλωσσικά σχήματα και κατασκευές, πιθανότατα, μετά το αρχικό ξάφνιασμα, θα διαισθανθεί την αύρα της ελευθερίας που μεταφέρουν οι λέξεις. Ο ποιητής, υφαίνοντας αφενός με τους δικούς του τρόπους τον λόγο και ξηλώνοντας αφετέρου προηγούμενες υφάνσεις, επιλέγει τελικά να μην μείνει απλώς ένας ακόμη περαστικός, αλλά να κατοικήσει στο γλωσσικό τοπίο που εξερευνά, παρ' όλο που είναι εξαιρετικά αραιοκατοικημένο (και χωρίς γείτονες ή επισκέπτες).

*
Νίκος Μυλόπουλος, Όπως η θάλασσα με το αύριο, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2016.

Η πιο ώριμη, κατά τη γνώμη μου, ποιητική συλλογή του Νίκου Μυλόπουλου (Θεσσαλονίκη), με σαφέστερο σε σύγκριση με τις προηγούμενες συλλογές λόγο, δικής του έμπνευσης εικονοποιία, ενδιαφέρον περιεχόμενο και συνεχή διάλογο με τη μνήμη, συλλογική και προσωπική. Στέκεται κριτικά σε όσα περιγράφει και ορίζει το παρελθόν ως ένα συνονθύλευμα πλαισίων που έχουν καταρρεύσει και εικόνων που έχουν κατακερματιστεί. Τα σπασμένα κομμάτια της καθημερινότητας αποκτούν, μέσα από την έκθεση στις λέξεις και στον λόγο, μία νέα λάμψη και μία ελπίδα να ξαναζήσουν, “δραπετεύοντας από τη λεγεώνα των σκιών” (σ. 29), μέσα σε νέες δομές, που θα λαμβάνουν υπόψη τη φαντασία, την ελευθερία, τα όνειρα και, κυρίως, τη ρομαντική πλευρά του εαυτού μας και τον έρωτα. Ο ποιητής αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως μέλος μίας κοινωνίας, με την οποία πρέπει να προχωρήσει από κοινού, και όχι ως αυτόνομη μονάδα. Για όσους βλέπουν τον κόσμο με αυτήν την οπτική, η μοναξιά είναι αφόρητη, όταν για διάφορους λόγους οι δίαυλοι επικοινωνίας με το περιβάλλον δεν λειτουργούν. Η συλλογική μνήμη και η συλλογική προοπτική, και ταυτόχρονα η απογοήτευση και οι ενοχές για τους αγώνες που δεν βρήκαν δικαίωση, ανοίγουν την πόρτα στον ποιητικό λόγο, ώστε “να λάβουν τα όνειρα εκδίκηση”. Τα ποιήματα του βιβλίου θα μπορούσαν να θεωρηθούν τμήματα ενός ενιαίου εκτενούς ποιήματος ή ενός θεατρικού μονολόγου, όπου εναλλάσσονται διαρκώς η απόγνωση με την ελπίδα.

*
Οι δύο ποιητές των οποίων οι συλλογές συστεγάζονται σε αυτό το κείμενο, δεν έχουν, σε πρώτο επίπεδο, πολλά κοινά μεταξύ τους ως προς τους εκφραστικούς τρόπους και το ποιητικό αποτέλεσμα. Ο Αργυρόπουλος είναι κρυπτικός, εσωστρεφής, συζητά με τον εαυτό του, διερευνά τις κρυφές όψεις των λέξεων και την άγραφη ιστορία τους και η ικανοποίησή του προέρχεται από τη διαρκή αναζήτηση και το ταξίδι. Η ποίησή του μοιάζει εγκεφαλική, αλλά συχνά κατακλύζεται από συναίσθημα. Ο Μυλόπουλος γράφει με εξωστρέφεια, φανερώνει τις σκέψεις του και τις μοιράζεται με ευκολία, κάνοντας τις εμπειρίες και τις αναμνήσεις του στίχους. Ενδιαφέρεται για συγκεκριμένες κατευθύνσεις στο περιεχόμενο της ποίησής του. Τους συνδέει όμως και τους δύο, πέρα από την ιατρική ιδιότητα, η ειλικρινής αγάπη για την ποίηση και η διαρκής επιστροφή στον ποιητικό λόγο, στον οποίο προστρέχουν σαν να επρόκειτο για ναό ή για καταφύγιο.
Διονύσης Στεργιούλας

3 Οκτ 2017

Θανάσης Μαρκόπουλος: Ματιές ενόλω ΙΙ (Μελάνι, 2017)


[Ο πρόλογος του συγγραφέα, σ. 9-10]

Οι Ματιές ενόλω ΙΙ περιλαμβάνουν δώδεκα δοκίμια, τα οποία δημοσιεύτηκαν τη δεκαετία 2005-2015 στα περιοδικά Μανδραγόρας (3), Νέα Εστία (4), Παρέμβαση (2) και Πόρφυρας (3). Πρόκειται για κείμενα που έρχονται να προσεγγίσουν αντίστοιχους ποιητές του μεταπολέμου, τρεις της πρώτης γενιάς (Σαχτούρης, Λειβαδίτης, Κωσταβάρας), τέσσερις της δεύτερης (Κέντρου-Αγαθοπούλου, Δημουλά, Λυκιαρδόπουλος, Νικηφόρου) και πέντε της γενιάς του '70 (Γκανάς, Μαυρουδής, Μπράβος, Μαρκόπουλος, Φωστιέρης). Αντίθετα, οι Ματιές ενόλω του 2003 συγκέντρωναν δοκίμια των χρόνων 1996-2003 και πραγματεύονταν το έργο οχτώ μεταπολεμικών ποιητών, τριών της πρώτης γενιάς (Αναγνωστάκης, Κύρου, Θασίτης) και πέντε της δεύτερης (Χριστιανόπουλος, Ασλάνογλου, Μέσκος, Ευαγγέλου, Μάρκογλου).

Η επιλογή των δώδεκα ποιητών έχει να κάνει βέβαια με τα αναγνωστικά μου ενδιαφέροντα αλλά συχνά και με τα φιλολογικά. Θέλω να πω ότι στη μια περίπτωση λόγοι αισθητικοί, ενίοτε και ιδεολογικοί, με οδήγησαν σε δημιουργούς όπως οι Λειβαδίτης, Κωσταβάρας, Λυκιαρδόπουλος, Μαυρουδής, Μπράβος, Μαρκόπουλος, ενώ στην άλλη οι αισθητικές μου προτιμήσεις, σε συνδυασμό με τις επαγγελματικές μου ενασχολήσεις, συνέτειναν, ώστε να εντρυφήσω σε ποιητές όπως οι Σαχτούρης, Κέντρου-Αγαθοπούλου, Δημουλά, Νικηφόρου, Γκανάς και Φωστιέρης. Πέντε από τους δημιουργούς που πραγματεύομαι εδώ με απασχόλησαν και στο παρελθόν, αλλά εν συνόψει και με άλλους όρους (Ο ποιητής και το ποίημα).

Τέλος η έκταση των δοκιμίων δεν έχει αξιολογικό χαρακτήρα, αλλά συναρτάται με τις απαιτήσεις των ίδιων των έργων και με τον τρόπο προσέγγισης. Όσο για τη σειρά παράθεσης λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος γέννησης των ποιητών, στοιχείο που τους εντάσσει υπόρρητα στις τρεις γενιές του μεταπολέμου.


3 Αυγ 2017

Από την Άρτα, την Καστοριά, την Κω (τρία βιβλία πεζογραφίας)

*

Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης, Η λιτανεία, εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα, 2016

Ένα πραγματικό γεγονός, η κατάρρευση του γεφυριού της Πλάκας από τις έντονες βροχοπτώσεις του 2015, και η κάλυψή του από έναν δημοσιογράφο που επισκέπτεται την Άρτα, αποτελεί την αφορμή για την αφήγηση της μίας από τις δύο ιστορίες που συγκροτούν το μυθιστόρημα του Ελπιδοφόρου Ιντζέμπελη Η λιτανεία και εκτυλίσσονται παράλληλα η μία με την άλλη. Ο τόπος, τα έθιμα, οι πολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις, οι φόβοι, οι ελπίδες, ο έρωτας, η Εκκλησία, η μνήμη, και, κυρίως, ως βουβός πρωταγωνιστής, ο ποταμός Άραχθος και οι πλημμύρες που προκαλούσε και προκαλεί. Η πόλη της Άρτας στα μέσα της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα και η ίδια πόλη περίπου έναν αιώνα πριν, με βάση στοιχεία που προέκυψαν από την έρευνα του συγγραφέα σε πηγές της εποχής. Έτσι ο αναγνώστης μπορεί να διακρίνει τις αλλαγές που επέφερε ο χρόνος, αλλά και τα στοιχεία που παρέμειναν αναλλοίωτα. Οι δύο ιστορίες ξεδιπλώνονται εναλλάξ, ενώ σχετίζονται και θεματολογικά. Η εξέλιξη της καθεμίας γίνεται γραμμικά. Ο τρόπος που σχηματοποιούνται από την αρχή οι χαρακτήρες, δεν αφήνει περιθώρια για ανατροπές και “εκτροπές”. Σε αυτό συμβάλλει και το γενικό αφηγηματικό πλαίσιο, που εκτός από μυθοπλαστικό, είναι ταυτόχρονα και ιστορικό, επομένως οριοθετημένο εκ των προτέρων. Έτσι, το φούσκωμα του ποταμιού, που προκαλεί πλημμύρες και καταστροφές, διάλυση εκ των έσω, σπάσιμο των ορίων και καταστάσεις απρόβλεπτες, δεν βρίσκει την αναλογία του στους ανθρώπινους χαρακτήρες του βιβλίου, που παραμένουν ως το τέλος εγκλωβισμένοι στο αρχικό σχέδιο πλεύσης του συγγραφέα. Η εξέλιξη και η κίνηση αφορούν το ιστορικό-πραγματολογικό μέρος της αφήγησης και όχι τόσο τον εσωτερικό κόσμο των προσώπων. Ο συγγραφέας δεν αναλύει τους χαρακτήρες αλλά τους περιγράφει. Το βιβλίο διαβάζεται ευχάριστα, αλλά η μικρή του έκταση αφήνει μία αίσθηση γρήγορου τέλους.

*

Ηλίας Λ. Παπαμόσχος, Η αλεπού της σκάλας, εκδόσεις Κίχλη, Αθήνα 2015

Μικρές ιστορίες με ασυνήθιστη θεματολογία. Η αφήγηση, στα σύντομα αυτά κείμενα, ξεδιπλώνεται σε επάλληλους (υπάλληλους) κύκλους: στην αρχή μία εικόνα ή ένα γεγονός του παρόντος, στη συνέχεια συνειρμοί, μνήμες, εικόνες του παρελθόντος, ξανά συνειρμοί, και σε αρκετές περιπτώσεις επιστροφή στο παρόν. Από το τώρα στο τότε, από την εικόνα στη σκέψη, από το βλέμμα και το επιφανειακό βίωμα στη μνήμη που σιγοκαίει μέσα μας. Κείμενα χωρίς κέντρο βάρους, γραμμένα χωρίς σκοπιμότητα, κείμενα αφιερωμένα στη Γραφή. Σε μερικές ιστορίες ο συγγραφέας (Ηλίας Παπαμόσχος, Καστοριά, 1967), αφού καταφέρει να σκηνοθετήσει ένα σχετικά ολοκληρωμένο πλαίσιο, ξαφνικά δραπετεύει από αυτό, σαν να μην ενδιαφέρεται τόσο για την ιστορία που αφηγείται καθεαυτή όσο για την αλλαγή, το ξάφνιασμα, την πρόκληση της έκπληξης και την κατάργηση του αρχικού πλαισίου, πριν εγκαταλείψει το κείμενο. Ζώα θηράματα και άνθρωποι θηρευτές, μνήμες και αναμνήσεις θηρευτές και άνθρωποι θηράματα. Άνθρωποι και ζώα εναλλάσσονται στις σελίδες του βιβλίου, με το άωρο και απρόβλεπτο του θανάτου να πλανάται πάνω από τις λέξεις.

* 

Φώτης Θαλασσινός, Θα μπεις σ' έναν κόσμο, εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 2017

Στο βιβλίο του με τίτλο Θα μπεις σ' έναν κόσμο ο Φώτης Θαλασσινός (Κως, 1977) μιλά για τα πρόσωπα του κόσμου του, της φαντασίας του, της καθημερινότητάς του και για εικόνες και λέξεις που τον συνοδεύουν στην ατέλειωτη μοναξιά του. Αντικρίζει με έναν σπάνιο τρόπο τους ανθρώπους που τον περιβάλλουν ή που συναντά τυχαία, σαν να πρόκειται για παράξενα όντα ή για πρόσωπα μίας σκοτεινής μυθολογίας. Ο Φώτης Θαλασσινός εκθέτει με συντομία σκέψεις που περιστρέφονται γύρω από τις έννοιες του καλού και του κακού, και λίγο μετά τις εγκαταλείπει, χωρίς να νιώθει την ανάγκη να τις υποστηρίξει περαιτέρω στον αναγνώστη. Έτσι οι σκέψεις δεν προλαβαίνουν να αποκτήσουν την ακαμψία και τη συμπαγή δομή των συλλογισμών. Με αναφορές στην ερωτική του ζωή και στη χριστιανική του πίστη, με το βλέμμα του να κατευθύνεται εκεί όπου άλλοι δεν θα κοιτάξουν ποτέ, και με έκφραση που κινείται -σαν εκκρεμές- μεταξύ της σαφήνειας και της απροσδιοριστίας, το βιβλίο αποτελεί, ως σύνολο, ένα “λογοτεχνικό εύρημα” του συγγραφέα. Άλλοτε ως ευαίσθητος δέκτης των μηνυμάτων του περιβάλλοντος και άλλοτε προβάλλοντας ένα ισχυρό εγώ σε πρόσωπα, ζώα και πράγματα, εξομολογείται στους αναγνώστες τα πάθη του, χωρίς να περιμένει την κατανόησή τους ή να προσδοκά την επιείκειά τους. Η γραφή μοιάζει να λειτουργεί για τον ίδιο θεραπευτικά και αναζωογονητικά. Και ακόμη περισσότερο η συνειρμική γραφή, όπως τη συναντάμε σε κάποιες σελίδες του βιβλίου. Ο συγγραφέας-αφηγητής είναι και συμπρωταγωνιστής σε όλες σχεδόν τις ιστορίες, με το βλέμμα του και την ακοή του να λειτουργούν ως συνεκτικός δεσμός ανόμοιων πραγμάτων και καταστάσεων. Περισσότερο μου άρεσαν τα κείμενα με τους τίτλους “Ζυράννα” και “Να ριζώσω κάπου”.

Διονύσης Στεργιούλας